Θρίλερ με την εξαφάνιση του «ρεμπέτη της Αριστοτέλους» στη Θεσσαλονίκη. Η οικογένεια του Περικλή Τσιάπανου ζητά απαντήσεις – Οργή για την αρχειοθέτηση της υπόθεσης
Δυόμισι χρόνια μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση του Περικλή Τσιάπανου, του ανθρώπου που πολλοί στη Θεσσαλονίκη γνώριζαν ως τον «ρεμπέτη της Αριστοτέλους», η οικογένειά του εξακολουθεί να ζει μέσα σε μια αβάσταχτη αγωνία. Ο χρόνος πέρασε, όμως τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και ο πόνος δεν έχει κοπάσει.
Η πρόσφατη απόφαση της εισαγγελέως να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο έπεσε σαν κεραυνός στην οικογένεια, η οποία αισθάνεται ότι η αναζήτηση της αλήθειας σταμάτησε προτού καν ολοκληρωθεί. Για τους δικούς του ανθρώπους, η αρχειοθέτηση δεν κλείνει την υπόθεση· αντίθετα, αφήνει πίσω της ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση και θυμό.
Η αδελφή του εξαφανισμένου μουσικού μιλά με έντονη συναισθηματική φόρτιση για την καθημερινότητα της οικογένειας και κυρίως για τη μητέρα τους, που όπως λέει έχει βυθιστεί στη θλίψη. Η αγωνία για το τι μπορεί να έχει συμβεί στον Περικλή έχει επηρεάσει βαθιά την ψυχική της κατάσταση.
Όπως εξομολογείται η ίδια μιλώντας στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ»: «Ό,τι κάνω, είναι πρώτα για εκείνη. Τη βλέπω να πονά, να κλείνεται στον εαυτό της και νιώθω ότι πρέπει να συνεχίσω για να κρατήσω ζωντανή την ελπίδα».
Η οικογένεια ζει καθημερινά με την αβεβαιότητα. Κάθε πληροφορία, κάθε φήμη, ακόμη και η πιο μικρή ένδειξη, είναι αρκετή για να αναζωπυρώσει την αγωνία. Οι μνήμες από τον Περικλή επιστρέφουν συνεχώς, υπενθυμίζοντας ένα κενό που δεν έχει καλυφθεί.
Παρότι ο Περικλής αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, η αδελφή του απορρίπτει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να εγκατέλειψε μόνος του τη ζωή του και να εξαφανίστηκε από επιλογή. Ένα στοιχείο που ενισχύει τις αμφιβολίες της είναι το γεγονός ότι ο τραπεζικός του λογαριασμός δεν έχει εμφανίσει καμία κίνηση από τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν χάθηκαν τα ίχνη του.
«Πώς θα μπορούσε να ζει; Δεν είχε πόρους. Αυτό που συμβαίνει μας γεμίζει αβεβαιότητα και φόβο», λέει χαρακτηριστικά.
Οι συγγενείς και οι φίλοι του δεν έμειναν αδρανείς. Αντίθετα, ξεκίνησαν μια δική τους, επίμονη αναζήτηση. Ερεύνησαν περιοχές όπου πίστευαν ότι θα μπορούσε να βρίσκεται, αναζήτησαν πληροφορίες και ακολούθησαν κάθε πιθανό ίχνος.
Η αναζήτηση τους οδήγησε ακόμη και σε μοναστήρια στο Άγιον Όρος, ενώ επισκέφθηκαν εγκαταλελειμμένα κτίρια και χώρους που τελούν υπό κατάληψη στη Θεσσαλονίκη. Παρά την επιμονή τους, καμία από αυτές τις προσπάθειες δεν απέδωσε αποτέλεσμα.
Παράλληλα, η αδελφή του εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για την ενημέρωση που έλαβε από τις αρχές σχετικά με την πορεία της έρευνας. Όπως λέει, η πληροφόρηση ήταν ελάχιστη και ανεπαρκής.
«Μου έδωσαν μόνο ένα φύλλο χαρτί με δύο-τρία στοιχεία και με ρώτησαν γιατί το θέλω. Εγώ θέλω απαντήσεις, να μπορέσω να δώσω στοιχεία σε δικηγόρο ή στην εκπομπή. Αν κάτι βρεθεί, θα μπορούσε να ξανανοίξει η υπόθεση», αναφέρει.
Η οικογένεια αισθάνεται ότι δεν υπήρξε ουσιαστική διερεύνηση όλων των πιθανών σεναρίων. Από τη μία πλευρά αποκλείστηκε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας, ενώ από την άλλη η θεωρία ότι ο Περικλής έφυγε μόνος του δεν φαίνεται να πείθει κανέναν από τους ανθρώπους που τον γνώριζαν.
Φίλοι του εξαφανισμένου μουσικού εκφράζουν επίσης την πεποίθηση ότι ίσως υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν κάτι, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουν μιλήσει.
«Η υπόθεση του φίλου μας μπήκε στο αρχείο χωρίς να βρεθεί κανένα στοιχείο. Προσπαθήσαμε όσο μπορούσαμε να ανακαλύψουμε κάτι, ψάχνοντας περιοχές στη Χαριλάου, στην Τούμπα και αλλού, αλλά χωρίς αποτέλεσμα», λέει ένας από αυτούς.
Ο Περικλής Τσιάπανος ζούσε μια λιτή ζωή, αφιερωμένη κυρίως στη μουσική του και στο αγαπημένο του σκυλί. Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν μιλούν για έναν καλοσυνάτο και γενναιόδωρο άνθρωπο, που είχε πάθος με το μπουζούκι και έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής.
Η απουσία του εξακολουθεί να δημιουργεί ένα βαθύ κενό. Για την οικογένεια και τους φίλους του, το μεγαλύτερο βάρος δεν είναι μόνο η απώλεια, αλλά και η αβεβαιότητα.
Όπως λέει η αδελφή του, η ελπίδα τους πλέον είναι να υπάρξει έστω μία πληροφορία που θα ρίξει φως στην υπόθεση.
«Ό,τι θέλουμε είναι τουλάχιστον να βρούμε το σώμα του, για να δώσουμε στη μητέρα του την ηρεμία που της αξίζει».