Νάντια Καραγιάννη: Δεν ήθελα να βγαίνω μόνη μου στην πίστα

Η Νάντια Καραγιάννη μιλάει στην εφημερίδα ON time Σαββατοκύριακο για τα πρώτα της βήματα και τις αξίες που δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ

Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι μόνο πίστα, φώτα και χειροκροτήματα. Είναι μνήμες, βιώματα, χαρές, αλλά και πληγές που κουβαλά ο άνθρωπος πίσω από το μικρόφωνο. Η Νάντια Καραγιάννη, μια από τις αυθεντικές και σταθερές φωνές του λαϊκού τραγουδιού, με μακρά πορεία και σημαντικές συνεργασίες δίπλα σε κορυφαίους δημιουργούς και ερμηνευτές, μιλά με ειλικρίνεια για τη διαδρομή της. Σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις της ανοίγει την καρδιά της στην «ON time Σαββατοκύριακο» και θυμάται στιγμές που σημάδεψαν τη ζωή και την πορεία της. Μιλά για τα πρώτα της βήματα στα μεγάλα νυχτερινά κέντρα, τις συνεργασίες της με σπουδαία ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, τον Τόλη Βοσκόπουλο και τον Στράτο Διονυσίου, αλλά και για την απόφασή της να αποχωρήσει από τις μεγάλες πίστες, όταν ένιωσε ότι άλλαζε η φιλοσοφία του τραγουδιού. Με λόγο απλό, λαϊκό και ανθρώπινο, η Νάντια Καραγιάννη μιλά για το τραγούδι που υπηρετεί με συνέπεια εδώ και σαράντα χρόνια, τις αξίες που δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ και τη ζωή της πίσω από τα φώτα της πίστας.

Από τη ΣΙΣΣΥ ΜΕΝΕΓΑΤΟΥ

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στα Τρόπαια Αρκαδίας. Τι θυμάσαι έντονα;

Ήταν χρόνια ξεγνοιασιάς και αθωότητας. Έμεινα εκεί μέχρι τα δεκαεξίμισι. Τα Τρόπαια ήταν ένα κεφαλοχώρι με πιο αστική ζωή, γιατί υπήρχαν δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία και τράπεζες. Έρχονταν υπάλληλοι από άλλα μέρη και έφερναν μαζί τους τα δικά τους έθιμα και τα τραγούδια τους. Ήταν δηλαδή ένας πυρήνας πολιτισμού τα Τρόπαια και, κατά κάποιον τρόπο, παραμένουν ακόμη. Πιστεύω ότι με ωφέλησε πολύ που μεγάλωσα με τέτοια βιώματα και ακούσματα. Οι γονείς μου είχαν πολύ ωραίες φωνές. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος και άνθρωπος της διανόησης. Από εκείνον πήρα πολλά, που με βοήθησαν στη μετέπειτα πορεία μου, στο τραγούδι και στη ζωή. Μου έμαθε να προχωράω με αρχές και να μην κάνω εκπτώσεις. Ήμουν πολύ άτακτο παιδί. Έκανα συνεχώς σκανδαλιές και τραγουδούσα όλη την ώρα. Στο σχολείο όμως ήμουν καλή μαθήτρια. Δεν πήγαινα ποτέ χωρίς να έχω διαβάσει. Το θεωρούσα ντροπή. Θυμάμαι πως, όταν ήμουν στην Α’ Γυμνασίου, άνοιξε στα Τρόπαια παράρτημα του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών, με καθηγητή τον Γιώργο Αγγελόπουλο, που τον είχαμε και στο σχολείο. Όταν τον άκουσα να παίζει ακορντεόν, μαγεύτηκα. Με προτροπή του πατέρα μου γράφτηκα στο ωδείο. Έκανα έξι χρόνια σπουδές και έφτασα μέχρι την ανωτέρα. Έκανα φωνητική και σολφέζ. Τα τραγούδια τα ήξερα όλα απ’ έξω. Διάβαζα με ανοιχτό το ραδιόφωνο. Έτσι, όταν αργότερα έγινα τραγουδίστρια, ήξερα σχεδόν όλα τα τραγούδια και μπορούσα εύκολα να κάνω και δεύτερες φωνές. Ο αδελφός μου, ο Μπάμπης Τσέρτος, είναι ένα χρόνο μικρότερος. Εγώ ξεκίνησα πρώτη να τραγουδάω. Στην αρχή ήθελα να σπουδάσω νομική, όπως ο πατέρας μου, αλλά τελικά με κέρδισε το τραγούδι. Ο Μπάμπης πέρασε στο Φυσικό και μέσα από την ορχήστρα του πανεπιστημίου μπήκε κι εκείνος σιγά σιγά στο χώρο της μουσικής. Είμαστε πολύ αγαπημένα αδέλφια και συνεργαζόμαστε. Τον σέβομαι, μετράει πολύ η γνώμη του και, όταν χρειάστηκε, με συμβούλεψε σωστά.

Από τα πρώτα χρόνια της καριέρας σου μπήκες στα μεγάλα νυχτερινά μαγαζιά, όπου εμφανίζονταν σπουδαίοι τραγουδιστές. Ήσουν πολύ τυχερή.

Ναι, ήταν πραγματικά μεγάλη τύχη. Στη Μιχαήλ Βόδα όπου μέναμε, στο ισόγειο της πολυκατοικίας υπήρχε ένα μεγάλο καθαριστήριο. Οι ιδιοκτήτες του είχαν στη Νέα Υόρκη το περίφημο νυχτερινό μαγαζί «Σπηλιά», απ’ όπου είχαν περάσει όλα τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού. Οι τραγουδιστές έρχονταν στο καθαριστήριο, στην κυρία Όλγα, για να πάρουν τις βίζες τους, πριν φύγουν για τη Νέα Υόρκη να τραγουδήσουν στο μαγαζί. Τη δεκαετία του ’80 περνούσαν από εκεί όλα τα μεγάλα ονόματα: ο Στράτος Διονυσίου, η Λίτσα Διαμάντη, ο Γιάννης Πάριος, ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Δούκισσα και πολλοί άλλοι. Εγώ καθόμουν και τους κοιτούσα μαγεμένη. Τους θαύμαζα. Πού να φανταστώ ότι αργότερα θα συνεργαζόμουν μαζί τους. Κάποια στιγμή πέρασε από το καθαριστήριο ο τραγουδιστής και μπουζουξής Χρήστος Γρηγοριάδης, μαζί με τον τραγουδιστή και κιθαρίστα Γιώργο Μακρή. Ετοίμαζαν ένα νυχτερινό μαγαζί στο Αιγάλεω και ρώτησαν την κυρία Όλγα αν γνώριζε κάποια νέα τραγουδίστρια. Εκείνη τους είπε: «Ξέρω μια κοπέλα στον τρίτο όροφο, τη Νάντια. Παίζει ακορντεόν, αλλά δεν είναι τραγουδίστρια. Να τη ρωτήσουμε αν θέλει να ξεκινήσει;».

Μου χτύπησαν το κουδούνι, κατέβηκα, συναντηθήκαμε, μιλήσαμε κι έτσι ξεκίνησα. Έμεινα εκεί τέσσερις μήνες και μετά πήγα στον καλοκαιρινό «Διόνυσο», Λυσίου και Μνησικλέους. Ένα βράδυ περνούσε από κάτω ο συνθέτης, πιανίστας και μαέστρος Νίκος Ιγνατιάδης. Με άκουσε να τραγουδάω, ανέβηκε επάνω και ρώτησε ποια είναι η κοπέλα που τραγουδάει. Του έδειξαν εμένα. Μου συστήθηκε και μου είπε: «Το χειμώνα θα είμαι στα “Δειλινά” με τον Τόλη Βοσκόπουλο και τον Στράτο Διονυσίου. Θέλεις να έρθεις; Ψάχνουμε τραγουδίστριες για το πρόγραμμα». Ήμουν μόλις δεκαεννέα χρονών και πολύ μαζεμένη. Του είπα να μη βγαίνω μόνη μου στην πίστα αλλά μαζί με τις άλλες κοπέλες.

Πώς ήταν η πρώτη σου συνεργασία τότε με τον Τόλη Βοσκόπουλο και τον Στράτο Διονυσίου στα «Δειλινά»;

Κάναμε καθημερινά πρόβες, δεκαπέντε ώρες την ημέρα επί δύο μήνες. Ήμουν μαγεμένη που βρέθηκα στην ίδια πίστα μαζί τους. Η ορχήστρα ήταν πάνω από είκοσι άτομα, με πνευστά και τρομπέτες. Μια μέρα πέρασε έξω από το καμαρίνι μου ο βιρτουόζος του μπουζουκιού Γιάννης Παλαιολόγου κι εγώ τραγουδούσα το «Τέλι τέλι τέλι». Με άκουσε και πήγε στον Τόλη και του είπε: «Έχουμε εδώ μια πιτσιρίκα που τραγουδάει καλά. Γιατί δεν τη βάζουμε να πει κάτι μόνη της;». Δεν ήξερε ότι εγώ είχα ζητήσει να μη βγαίνω μόνη μου. Στο δεύτερο μέρος του προγράμματος καθόμασταν σε καρέκλες και λέγαμε λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια. Με έβγαλε μπροστά και μου ζήτησε ευγενικά να πω το «Τέλι τέλι τέλι». Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, αλλά τα κατάφερα. Από εκεί και πέρα άρχισα να τραγουδάω και μόνη μου στην πίστα.

Άρα, ο Τόλης Βοσκόπουλος ήταν εκείνος που σου έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία να βγεις στην πίστα. Τι θυμάσαι από εκείνον;

Ναι. Του χρωστάω πολλά. Ο Τόλης έλαμπε στην πίστα. Ήταν σταρ. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, με μεγάλη ευαισθησία και ευγένεια. Όταν σου μιλούσε, σε κοίταζε μέσα στα μάτια για να σε καταλάβει. Ήταν κύριος με όλη τη σημασία της λέξης και σεβόταν πολύ τις γυναίκες. Ξανασυνεργαστήκαμε το 1993-94 στο «Καράβι». Ήταν άρχοντας. Πολύ γαλαντόμος άνθρωπος, βοηθούσε πολύ κόσμο. Μου είχε ιδιαίτερη συμπάθεια, γιατί έβλεπε ότι δεν ήμουν τυχαία στο χώρο. Ασχολιόμουν με τη μουσική και τη δουλειά μου και όχι με κουτσομπολιά. Πήγαινα συχνά στην καμπάνα του στα «Αστέρια» της Γλυφάδας. Ήταν εκεί και τα ξαδέλφια του, η αδελφή του. Καθόμασταν, μου έλεγε ιστορίες από τη ζωή του και, παίρνοντας το μπουζούκι του, τραγουδούσαμε όλοι μαζί. Ήταν πραγματικός κύριος. Πρίγκιπας, όπως τον αποκαλούσε ο κόσμος. Έβγαινε στην πίστα, έκανε χειροφίλημα στις γυναίκες και μετά ξεκινούσε να τραγουδά. Ο Στράτος Διονυσίου ήταν λαϊκός τύπος, με το «έλα, μανίτσα», αλλά κι αυτός σοβαρός άνθρωπος και κύριος. Εγώ είχα την τύχη να συνεργαστώ με την αφρόκρεμα του ελληνικού τραγουδιού. Ποιον να πρωτοθυμηθώ; Τον Μίκη Θεοδωράκη, ένα γίγαντα και πολύ γενναιόδωρο άνθρωπο. Τον Γιώργο Ζαμπέτα, έναν πραγματικά αριστοφανικό άνθρωπο. Τον Σταύρο Ξαρχάκο, μια μεγάλη φυσιογνωμία. Η μαθητεία μου κοντά του, το 1994-95, καθόρισε τη μουσική μου πορεία. Αισθάνομαι πραγματικά τυχερή και ευλογημένη που γνώρισα από κοντά αυτούς τους ανθρώπους -και άλλους πολλούς-, που τα ονόματά τους είναι γραμμένα με χρυσά γράμματα στην ιστορία του τραγουδιού.

Ποιος σου λείπει πιο πολύ;

Ο Τόλης Βοσκόπουλος μου λείπει περισσότερο, γιατί, εκτός από συνεργάτες, είχαμε αναπτύξει και μια όμορφη φιλική σχέση. Ό,τι και να πω για τον Τόλη είναι λίγο. Ήταν σαν επίγειος θεός. Δεν μπορείς να φανταστείς τι γινόταν όταν εμφανιζόταν. Υπήρχε πάντα κοσμοσυρροή στο καμαρίνι του. Οι γυναίκες τον λάτρευαν, παραληρούσαν. Κι εκείνος ήταν πάντα ευγενής και μετρημένος. Θυμάμαι πως με πρόσεχε και με συμβούλευε. Όταν πέρσι ξεκίνησα να κάνω μουσικά αφιερώματα στον Τόλη Βοσκόπουλο και παρουσιάσαμε ένα στο δήμο Ηλιούπολης, ήρθε και η αγαπημένη μου Άντζελα Γκερέκου. Εκείνη στάθηκε δίπλα του σε πολύ δύσκολες στιγμές και τον στήριξε πραγματικά. Ήταν μια συγκινητική βραδιά. Δώσαμε και τιμητική πλακέτα και κάναμε ένα όμορφο δίωρο αφιέρωμα σε αυτόν το σπάνιο καλλιτέχνη και άνθρωπο.

Διαβάστε ακόμα: Κώστας Καραφώτης για την κόρη του: Με δυσκολίες, με αϋπνίες, αλλά όλα καλά 

Όλα τα viral video εδώ.