Ο Τάκης Βαμβακίδης μιλά στην «ON time Σαββατοκύριακο» και αποκαλύπτει πολύ προσωπικές στιγμές. Μια εξομολόγηση ψυχής, με δάκρυ, πίστη και ευγνωμοσύνη για τη ζωή που του χαρίστηκε ξανά.
Τάκης Βαμβακίδης: Ακολούθησα μόνο την καρδιά μου. Η καρδιά τα κάνει όλα, η ρουφιάνα
Οι Πόντιοι αγαπούν το γάμο, την οικογένεια. Γιατί δεν έχετε παντρευτεί με τη Φανούλα σου;
Γιατί δεν μας έλειψε αυτό. Είμαστε πολύ αγαπημένοι. Όλοι οι παντρεμένοι στον κύκλο μας χώρισαν κι εμείς που δεν παντρευτήκαμε είμαστε πιο αγαπημένοι και ενωμένοι. Μπορεί να είναι αμαρτία, δεν ξέρω. Αλλά εμείς είμαστε μια χαρά κι ευτυχισμένοι.
Παίζεις κάθε Σαββατοκύριακο, στην Πάνω Σκηνή, στο «Από Μηχανής Θέατρο», στη θεατρική μεταφορά ενός από τα σημαντικότερα έργα της ποντιακής λογοτεχνίας, το «Ροδάφ’νον» του Κώστα Διαμαντίδη, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη. Ένα συγκλονιστικό ταξίδι ψυχής και μνήμης του ποντιακού ελληνισμού.
Όταν βγήκε το βιβλίο το 2000, το διάβασε πρώτος ο μεγάλος μου αδελφός, ο Κώστας, που είναι δικαστικός, και βρήκε μέσα το όνομα της Παρθένας, γιατί είναι η ιστορία αυτής της Ποντίας. Παρθένα έλεγαν τη γιαγιά μας. Ο Κωνσταντίνος, ο πρωταγωνιστής, είναι ο εγγονός της Παρθένας, η οποία ήρθε στην Ελλάδα, πρόσφυγας από τον Πόντο. Ο Κώστας βρήκε ότι υπήρχαν πολλά κοινά στοιχεία στο έργο αυτό με την οικογένειά μας και αγόρασε έξι-επτά βιβλία, τα οποία χάρισε σε εμάς τα αδέλφια του και στα ανίψια του. Με το που διάβασα το βιβλίο, έπαθα σοκ. Είπα: «Αν αυτό το βιβλίο δεν γίνει σενάριο ταινίας να παίξω ή θεατρικό, δεν έχω κάνει τίποτα». Μιλήσαμε με το σκηνοθέτη Θέμη Μουμουλίδη και ήθελε να κάνουμε ποντιακό έργο. Και ω του θαύματος, μου είπε: «Έχω στην καρδιά μου ένα έργο, το «Ροδάφ’νον» του Κώστα Διαμαντίδη». Ξετρελάθηκα. Του απάντησα ότι εγώ αυτό το έργο το έχω στην καρδιά μου εδώ και 25 χρόνια. Το έκαναν θεατρικό σενάριο ο Θέμης Μουμουλίδης και η Μάρθα Μαυρίδου, όπου, για μία ώρα και δέκα λεπτά, εγώ πρέπει να πω το 40% στη νεοελληνική γλώσσα και το 60% στην ποντιακή. Βεβαίως, υπάρχουν υπότιτλοι, ώστε να μπορεί να το παρακολουθήσει όλος ο κόσμος.
Είναι ένα συγκλονιστικό έργο. Ύμνος στην αγάπη και στην αλληλεγγύη, ύμνος στον αγώνα για τη ζωή. Ένα οικουμενικό έργο, ανθρωπιστικό, για όλο τον πλανήτη, για τη δικαιοσύνη, για τη φτώχεια, για τον άδικο πλουτισμό.
Ποια είναι η ατάκα που κλαις όταν τη λες πάνω στη σκηνή, γιατί σκέφτεσαι τα πάθη των προγόνων σου;
Πολλές φορές βουρκώνω στην παράσταση, γιατί μέσα σε αυτό το έργο είναι η ψυχή του Πόντου, ενώ και η σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη είναι πολύ συγκινητική. Σε ένα σημείο, όμως, και να μην υπήρχε η σκηνοθετική οδηγία, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Σε εκείνο το σημείο λυγίζουν γόνατα και ψυχές. Είναι η στιγμή που ο ήρωας του έργου, ο Κωνσταντίνος, πάει στην πατρίδα και βγάζει τα παπούτσια του, γιατί κάτω από το χώμα είναι τα κόκαλα των προγόνων του. Λέει: «Επορπάνα σα μνήματα τη ποδαρί μ’, να μη νεβρίζω τσ’ αποθαμέντς. Αοί, κον γλυκύν θάνατον να σ’ αν π’ θα αποθάν» (περπατούσα στις μύτες των ποδιών να μην ξυπνήσω τους πεθαμένους. Τέτοιος γλυκός θάνατος… Μακάρι σ’ αυτόν που θα πεθάνει). Αυτή η στιγμή είναι συγκλονιστική. Και κάποια στιγμή που η Παρθένα, επειδή δεν μπορεί να της φέρει το ροδά’φνον από την πατρίδα, της φέρνει μόνο δύο φυλλαράκια, τα κρατάει ευλαβικά στα χέρια της και λέει ένα μονόλογο-ύμνο στην πατρίδα. Σε αυτές τις δύο σκηνές συγκλονίζομαι, κλαίω.
Χαρίζεις γέλιο στον κόσμο. Τώρα πλέον, μετά τη σοβαρή περιπέτεια που πέρασες με την υγεία σου, το γέλιο σου βγαίνει πιο δύσκολα;
Καθόλου. Είναι αυτόματο. Είναι όπως όταν πας στο σούπερ μάρκετ και οι πόρτες ανοίγουν αυτόματα (γέλια). Με το που ανεβαίνεις στη σκηνή, όλα γίνονται αυτόματα. «Γέλιο-κύτταρο» το λέω εγώ, γιατί μου αρέσει εμένα κατ’ αρχάς. Ευχαριστιέμαι εγώ όταν γελάει ο κόσμος. Τώρα που πέρασα και αυτή την περιπέτεια με την υγεία μου, μου βγαίνει πιο εύκολα, γιατί κατάλαβα ότι η ζωή είναι στιγμές που χαμογελάμε. Το γέλιο χαρίζει υγεία στους ανθρώπους.
Σκέφτεσαι να πας σύντομα στην Παναγία Σουμελά να την ευχαριστήσεις και να ανάψεις ένα κερί που σε έσωσε;
Ναι. Πρώτα ο Θεός και η Παναγία, θα πάω τον Ιούνιο για δέκα μέρες με τον Σύλλογο Ποντίων Βοιωτίας. Επίσης, θα επιστρέψω στις 15 Αυγούστου, ημέρα της γιορτής της Παναγίας, και στις αρχές και στα τέλη Σεπτεμβρίου με το σύλλογο «Χείμαρρος» Σερρών. Τέσσερα προσκυνήματα θα κάνω στη Χάρη της.
Αν μπορούσες να γυρίσεις πίσω και συναντούσες εκείνο το μικρό παιδί, τον εαυτό σου, στην Αετοράχη της Ελασσόνας, τι θα του έλεγες;
Κοίταξε, έζησα πολλή φτώχεια. Οι γονείς μου πέρασαν πολύ δύσκολα και οι παππούδες μου ακόμα περισσότερο. Σχεδόν νίκησαν το θάνατο. Τι να θυμηθώ από μικρό παιδί; Που δεν είχαμε φαγητό; Που το φαγητό πολλές φορές ήταν νερό με ζάχαρη και ψωμί; Ήταν πέτρινα τα χρόνια τα δικά μου, μέχρι τα 15-16. Έτσι τα έφερε η ζωή κι έτσι τα έζησα. Είμαι περήφανος που άντεξα.
Κι αυτό που θα έλεγα στον Τάκη, το μικρούλη της Αετοράχης, είναι: Γιατί δεν έζησες ακόμα πιο πολύ τα χρόνια σου; Γιατί δεν άδραξες τόσο πολύ τις δύσκολες και τις όμορφες στιγμές; Όχι πως δεν έζησα στιγμές, αλλά τώρα που τα σκέφτομαι, πέρασαν όλα και δεν τα έστυψα. Ευτυχώς, δεν ησύχασα. Ήμουν μόνιμος υπάλληλος του δήμου Λάρισας και έφυγα. Ήθελα να γίνω ηθοποιός. Να είμαι στη σκηνή. Να παίζω. Να μπαίνω στις ψυχές και να ζήσω κι άλλους χαρακτήρες ανθρώπων. Να κάνω τον κόσμο να χαίρεται. Ακολούθησα μόνο την καρδιά μου. Η καρδιά τα κάνει όλα, η ρουφιάνα (γέλια).
Διαβάστε ακόμα: Συγκίνηση στην κηδεία της δημοσιογράφου Αντιγόνης Πανέλλη
Όλα τα viral video εδώ.