Δήμητρα Στογιάννη: Ο αδελφός μου, που είναι ιερομόναχος, με συμβουλεύει σωστά»

Η Δήμητρα Στογιάννη μιλάει στην εφημερίδα ON time Σαββατοκύριακο για την πίστη στον Θεό, τη μητρότητα, τις κατραπακιές της ζωής, αλλά και τα θαύματα

Σε μια εποχή που όλα φωνάζουν, εκείνη επιλέγει να μιλά για την ψυχή. Για το φως, αλλά και για τη λάσπη. Για τις πτώσεις που δεν σε διαλύουν, αλλά σε ξυπνούν. Η Δήμητρα Στογιάννη, όπως αποκαλύπτει στην «ON time Σαββατοκύριακο», δεν φοβάται να παραδεχτεί ότι «η λερωμένη ψυχή δεν φοβάται τη λάσπη», γιατί όλοι δοκιμαζόμαστε. Με πυξίδα την πίστη της, βαθιά δεμένη με τον ιερομόναχο αδελφό της, τον πατέρα Νεκτάριο, μιλά για τα θαύματα που έχει ζήσει, μικρά και μεγάλα, για τη μητρότητα και την αγάπη του Θεού, αλλά και για τις σκοτεινές περιόδους που όλοι περνάμε. Χωρίς μάσκες. Με την ειλικρίνεια ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κάνει πράξη την ταπεινότητα, τόσο στη δουλειά, όπου την αγαπά και την ξεχωρίζει ο κόσμος, όσο και στη ζωή.

 

Μίλησέ μας για τα παιδικά σου χρόνια και την οικογένειά σου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κοζάνη. Έζησα εκεί με τους γονείς μου και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, μέχρι που κατέβηκα στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσω στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

Ο πατέρας μου εργαζόταν στο εργοστάσιο της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα ως αρχιτεχνίτης και πλέον είναι συνταξιούχος. Είναι άνθρωπος δημιουργικός, με ευρηματικότητα και αγάπη. Στα χρόνια που εργαζόταν, έκανε συχνά ευρεσιτεχνίες για να βελτιώνει τη λειτουργία των μηχανισμών. Η μητέρα μου έμεινε στο σπίτι για να αναλάβει την ανατροφή μας. Είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια.

Μεγάλωσες με παππού επίτροπο στην Αγία Παρασκευή στην Κοζάνη. Ήσουν παιδί του κατηχητικού. Τι κράτησες από εκείνα τα χρόνια και τι άφησες πίσω σου;

Στα χρόνια του δημοτικού και του γυμνασίου πηγαίναμε στο κατηχητικό, όπως σχεδόν όλα τα παιδιά τότε. Ήταν κάτι αυτονόητο για την εποχή, μια φυσική συνέχεια της καθημερινότητας, ακόμη κι αν οι γονείς δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενοι.

Στο σπίτι τηρούσαμε τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής. Ο παππούς μου ήταν επίτροπος στην Αγία Παρασκευή και κάθε Κυριακή πηγαίναμε στην εκκλησία. Μια θεία μάς μιλούσε για την πρωινή προσευχή και το απόδειπνο. Καμιά φορά διαβάζαμε κι εμείς, αλλά περισσότερο λειτουργούσε ως παράδοση παρά ως συνειδητή επιλογή.

Αυτό που κράτησα είναι μια βαθιά αίσθηση οικειότητας με την πίστη. Όχι από φόβο ή υποχρέωση, αλλά σαν κάτι γνώριμο και δικό μου. Αυτό που άφησα πίσω ήταν η συνήθεια χωρίς σκέψη.

 

Πότε η πίστη έγινε προσωπική, ώριμη επιλογή;

Το υπόβαθρο υπήρχε από τότε που ήμουν μικρή. Όταν όμως πήγα στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσω, η πίστη έγινε πιο προσωπική υπόθεση. Στη γειτονιά μου ήταν η Αγία Τριάδα και εφημέριος ο πατέρας Κωνσταντίνος, ένας άνθρωπος που εκτιμούσα βαθιά. Συνέχισα να εκκλησιάζομαι τις Κυριακές, γιατί ένιωθα μέσα μου ότι η εβδομάδα μου κυλούσε καλύτερα. Το είχα δοκιμάσει. Είχα προσπαθήσει και να μην πάω. Υπήρχαν φορές που ήθελα να βγω, να ξενυχτήσω. Δεν μπορούσα όμως να συνδυάσω το ξενύχτι με την εκκλησία το πρωί. Και μέσα μου είχα διαπιστώσει πως, όταν ήμουν εκεί, κάτι άλλαζε πάντα θετικά στις μέρες μου. Έτσι, κάποιες φορές επέλεγα τη δεύτερη λειτουργία, που ξεκινούσε το μεσημέρι. Η αμφισβήτηση στη θρησκευτική πίστη υπήρξε κατά καιρούς. Δεν είχε γραμμική πορεία. Ερχόταν και έφευγε, όπως συμβαίνει σε κάθε προσωπική αναζήτηση.

Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Υπάρχουν μέρες που αναρωτιέσαι γιατί το κάνεις, τι δίνεις και τι παίρνεις. Και ύστερα έρχεται μια στιγμή που όλα ανατρέπονται και συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι εκεί όπου αναπαύεται η ψυχή σου.

Υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και την υποκριτική ή το θέατρο είναι ένας άλλος τρόπος εξομολόγησης;

Ωραία το θέτεις. Τώρα που το σκέφτομαι, καταλήγω ότι το θέατρο είναι ένας τρόπος εξομολόγησης. Φοράς τη μάσκα του ρόλου, αλλά στην ουσία εκθέτεις τον εαυτό σου, τα δικά σου ζητήματα, τον τρόπο που θα αντιδρούσες αν βρισκόσουν στη θέση του ήρωα.

Ο Στανισλάφσκι μιλά για το «μαγικό εάν». Αν βρισκόσουν σε αυτή τη συνθήκη, τι θα έκανες; Εκεί αποκαλύπτεσαι. Η μάσκα σού δίνει μια αίσθηση προστασίας, όμως το ψέμα φαίνεται.

 

Ο μεγάλος σου αδελφός, ο Νεκτάριος, είναι ιερομόναχος, αρχιμανδρίτης. Ως αδελφή του, έβλεπες ότι θα μπορούσε να ακολουθήσει το δρόμο του Θεού; Αρχικά ήταν ηθοποιός, αριστούχος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

Ο ίδιος αποφάσισε, με έναν τρόπο, να αποσχιστεί από το θέατρο και να ενδυθεί το σχήμα. Το θέατρο ήταν το μέσο για να εκφράσει κάποιες ανάγκες και κλίσεις που είχε. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτός ο χώρος μέσα στον οποίο θα μπορούσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τη ζωή του. Έτσι ακολούθησε τη μέγιστη κλίση του, την εκκλησία. Αυτό φαινόταν ήδη από την εφηβεία του. Έκανε πρωινές προσευχές, απόδειπνα, ακολουθούσε το εκκλησιαστικό τυπικό από παλιά. Ακόμη κι όταν ήταν ηθοποιός, το έκανε. Αυτή ήταν η κλίση του και τώρα την υπηρετεί με πολύ μεγάλη χαρά και αφοσίωση.

 

Σε δύσκολες στιγμές ζητάς τη συμβουλή του ως αδελφού σου ή ως ανθρώπου του Θεού;

Με τον αδελφό μου μιλάμε, ανοιγόμαστε, βγάζουμε πράγματα που έχουμε μέσα μας. Είναι αδελφός μου. Και στον άλλον αδελφό μου, τον Ζήση, μιλάω και ανοίγομαι. Το γεγονός ότι ο Νεκτάριος έχει ενδυθεί το σχήμα του μοναχισμού και του ιερέως είναι για μένα λίγο πιο απελευθερωτικό. Μπορεί να με αναπαύει λίγο περισσότερο. Έχω κερδίσει το χρόνο με την ιστορία που έχουμε. Τον ξέρω από τότε που γεννήθηκα. Με ξέρει και θα με συμβουλεύσει σωστά.

 

Σου έχει συμβεί κάποιο θαύμα που να σε έχει κάνει να πιστέψεις περισσότερο;

Μου έχουν συμβεί θαύματα. Και μικρά και μεγάλα. Δεν χρειάζεται να αναφέρω κάτι συγκεκριμένο. Ναι, συμβαίνουν θαύματα, αλλά δεν περιμένω το θαύμα για να πιστέψω ότι υπάρχει η ανώτερη δύναμη, ο Θεός. Δεν είναι ότι προσευχήθηκα και αμέσως έγινε αυτό που ζήτησα. Ή προσευχήθηκα για κάποιον άλλον που έχει πρόβλημα και λύθηκε το δικό μου. Αυτό είναι πολύ πιο δυνατό. Αυτό είναι ένα θαύμα.

Διαβάστε ακόμα: Ιβάν Σβιτάιλο: Ήπια ένα κρασάκι παραπάνω και μου πήραν το δίπλωμα

Όλα τα viral video εδώ.