Είναι δύσκολο να μιλάς για όσα σε πόνεσαν όταν ήσουν παιδί: για την παγωνιά, την απουσία, τα «γιατί» που δεν απαντήθηκαν ποτέ. Να επιστρέφεις εκεί χωρίς θυμό, αλλά με αλήθεια. Να λες απλώς πώς ήταν. «Το έζησα στο πετσί μου», λέει, και σωπαίνει. Ο Χρήστος Κάλλοου μιλάει στην «ΟΝ time Σαββατοκύριακο» για τη μάνα του, τον πατέρα που δεν ένιωσε ποτέ, το σοβαρό εγκεφαλικό και τη στιγμή που είπε μέσα του «ή τελείωσες ή παλεύεις». Σήμερα, ανεβαίνει στη σκηνή ως Ηρώδης Αντύπας στο έργο «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος – Φωνή εν τη ερήμῳ» και συνεχίζει, με τις μνήμες του και τις πληγές του, λέγοντας την αλήθεια όπως την έζησε. Όχι ως ξέσπασμα, αλλά ως πράξη αυτογνωσίας.
Από τη ΣΙΣΣΥ ΜΕΝΕΓΑΤΟΥ
Όταν αναφέρεσαι σήμερα στο Τζάνειο Ορφανοτροφείο, όπου έζησες από τα πέντε έως τα δέκα σου χρόνια, τι θέλεις να καταλάβει ο αναγνώστης που δεν έχει ζήσει ούτε μία νύχτα σε ένα τέτοιο μέρος;
Την παγωνιά της ψυχής που νιώθει ένα παιδί. Το ότι ένα κορίτσι ή ένα αγόρι στερείται ό,τι πολυτιμότερο στη ζωή, τους γονείς του. Δεν υπάρχει η αγκαλιά της μάνας, του πατέρα, το χάδι, η καθοδήγηση. Το να ζει ένα παιδί σε ορφανοτροφείο, ακόμη κι αν οι συνθήκες μπορεί να μην είναι πάντα κακές, είναι βαθιά τραυματικό. Υπάρχει μια λογική τιμωρίας για το παιδί που έκανε ένα λάθος και, για εκείνη την εποχή, αυτή η τιμωρία μπορούσε να είναι ένα χτύπημα με βίτσα. Ή να τιμωρείσαι να καθαρίσεις τις τουαλέτες, επειδή δεν έφαγες ένα φαγητό που είχε μέσα τρίχες. Να κοιμάσαι σε διπλά κρεβάτια μαζί με άλλα παιδιά, συνθήκες που θα μπορούσαν ίσως να δικαιολογηθούν σε ηλικίες 18 ή 20 χρονών, όταν πας φαντάρος, όχι όμως για ένα παιδί. Μπορεί σήμερα οι συνθήκες να είναι σαφώς καλύτερες, όμως το παιδί παραμένει μόνο του.
Έφαγες πολύ ξύλο στο ορφανοτροφείο;
Ναι, αλλά όχι μόνο εγώ. Θυμάμαι τέτοιες εικόνες και με άλλα παιδιά. Και δεν ήταν μόνο το ξύλο. Ένας παιδονόμος πέταξε ένα σίδερο σε ένα παιδί, του έσκισε το αυτί, πλημμύρισε στο αίμα και το πήγαν για ράμματα. Δεν τραγικοποιώ καταστάσεις. Είναι πράγματα που τα είδα, τα βίωσα, πράγματα που μένουν μέσα σου αναλλοίωτα.
Πώς βρέθηκες στο ορφανοτροφείο;
Στη δική μου περίπτωση, η μητέρα μου έκανε έναν άτυχο γάμο με έναν Βρετανό. Έχασε την ελληνική της υπηκοότητα και μαζί τη δουλειά της, καθώς ήταν υπάλληλος στα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Όταν με πήρε, πέντε χρονών, και γυρίσαμε από την Αγγλία στην Ελλάδα, επειδή ο πατέρας μου είχε κι άλλες σχέσεις και δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για την οικογένεια, η μητέρα μου πήρε μια απόφαση χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε εκείνη ούτε εμένα. Δεν είχαμε συγγενείς εδώ. Μέναμε σε ένα σπίτι με πρόχειρα τοποθετημένο ελενίτ για σκεπή, με το κρύο και τη βροχή να μας διαπερνούν. Με έκανε μπάνιο με νερό που ζέσταινε σε κατσαρόλα πάνω στο γκάζι. Για να φάω, πήγαινα στο συσσίτιο των απόρων, στην Κοίμηση της Θεοτόκου Κυνοσάργους. Έτσι, επειδή δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα, έμεινα στο ορφανοτροφείο από την Α΄ μέχρι τη Δ΄ τάξη του Δημοτικού. Τότε ψηφίστηκε ένας νόμος που επέτρεπε σε γυναίκες με άτυχο γάμο να επανέλθουν στην υπηρεσία τους. Η μητέρα μου γύρισε στο ταχυδρομείο, νοικιάσαμε ένα μικρό σπίτι και σιγά σιγά προχωρήσαμε, πάντα με δυσκολίες. Ήμουν 11 χρονών και δούλευα σε έναν κινηματογράφο απέναντι από το ΦΙΞ, που λεγόταν «Πανελλήνιο». Στα διαλείμματα πουλούσα τσιπς, πορτοκαλάδες, μπιράλ, πασατέμπο, για να μπορέσω να συνεισφέρω οικονομικά στο σπίτι. Έτσι όμως είχα την ευκαιρία να βλέπω όλες τις ταινίες. Από τότε αγάπησα τον κινηματογράφο. Η ζωή κάνει περίεργους και απρόβλεπτους κύκλους. Το 2023 έπαιξα έναν πολύ ωραίο πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Μινόρε» του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Κουτσολιώτα. Υποδύθηκα τον κυρ Παντελή, έναν ταβερνιάρη στον Ασπρόπυργο που παίζει μπουζούκι και τραγουδάει για να βγάλει το μεροκάματο. Η επίσημη πρεμιέρα έγινε στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος». Αυτός είναι ο πρώην κινηματογράφος «Πανελλήνιο», όπου δούλευα μικρός. Εκεί γύρισα ως ηθοποιός, πρωταγωνιστής πια, στην ταινία. Μόλις μπήκα μέσα, έβαλα τα κλάματα από τη συγκίνηση. Ποιος να φανταζόταν ότι εγώ, που στα 11 μου πουλούσα τσιπς στα διαλείμματα, θα επέστρεφα χρόνια μετά ως επίσημος καλεσμένος.
Έχεις κλάψει πολύ, από παιδάκι ακόμα. Θυμάμαι όταν μου περιέγραφες πώς τελείωνε το επισκεπτήριο κάθε Κυριακή στο ορφανοτροφείο και εσείς τα παιδάκια κρεμιόσασταν στα κάγκελα και κλαίγατε βλέποντας τους δικούς σας να φεύγουν.
Ναι. Άλλη μία οδυνηρή εικόνα. Θυμάμαι κάθε Κυριακή τη μανούλα μου που ερχόταν, καθόταν και έπειτα από λίγες ώρες έφευγε. Προφανώς, χαιρόμουν που εγώ είχα τη μανούλα μου, την έβλεπα, την αγκάλιαζα, της μιλούσα. Άλλα παιδάκια δεν είχαν κανέναν. Πραγματικά, όμως, αυτός ο ήχος της βαριάς πόρτας που έκλεινε πίσω ήταν τρομακτικός. Ήταν πολλές αυτές οι εικόνες και τα δάκρυα… (η φωνή του «σπάει»).
Αυτές οι εικόνες σε ακολουθούν ακόμη ή τις έχεις θάψει βαθιά μέσα σου για να το αντέξεις;
Όσο κι αν έχω προσπαθήσει να τις θάψω, δεν γίνεται. Είναι πράγματα που τα θυμάμαι συνέχεια. Δεν μπορείς να τα ξεχάσεις όλα αυτά. Να πεις «δεν με ενδιαφέρει πια, το έχω ξεπεράσει». Είναι αυτό το «αγκάθι» στην ψυχή, αν θέλεις, το «γιατί» ενός παιδιού. Όχι από ζήλια -ποτέ δεν ζήλεψα κάποιον-, αλλά λες: «Γιατί σε μένα, ρε παιδί μου;».
Διαβάστε ακόμα: Ζουγανέλης: Η Κάλλας με φίλησε στο κεφάλι και μου έβαλε τον τριχοφάγο
Όλα τα viral video εδώ.